Το δίκιο έχουν οι εξεγερμένοι

Αφιέρωμα Δεκεμβρής 2008: Το δίκιο έχουν οι εξεγερμένοι 16/12/2008, Τίποτα δεν είναι όπως πριν 18/12/2008, Τα “παιδιά του λαού” 11/01/2009, Η τρομοϋστερία του αστυνομικού παρακράτους δεν θα περάσει 06/01/2009

Για μια εβδομάδα η εξέγερση σαρώνει την Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη. Αφορμή η δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου από έναν μπάτσο. Για ακόμη μια φορά ένα όπλο που εκπυρσοκρότησε και μια σφαίρα που εξοστρακίστηκε. Την ίδια ώρα στα ΜΜΕ ξεκινάει μια θεατρική παράσταση με τον τίτλο “η βαθιά θλίψη μπροστά σε ένα μεμονωμένο περιστατικό που όλοι καταδικάζουμε” με αρχιθεατρίνο τον έλληνα πρωθυπουργό και κομπάρσους πάσης φύσεως τηλεοπτικούς αστέρες. Ο Παυλόπουλος πριν καταλάβει ότι τον παίρνει ήδη η κάμερα και πρέπει να φορέσει την μουτσούνα του “βαθιά συντετριμμένου” χασκογελούσε μαζί με τον Χηνοφώτη. Πίσω από τις κάμερες ετοίμαζαν το κουκούλωμα και αυτής της υπόθεσης, ενώ οι διμοιρίες των ΜΑΤ έπαιρναν ήδη τη θέση τους στην Αθήνα κρύβοντας το ειρωνικό χαμόγελό τους πίσω από τα κράνη τους για να αντιμετωπίσουν τις αναμενόμενες αντιδράσεις των “ταραξιών” και ο καθωσπρέπει αστικός πολιτικός κόσμος έτοιμος στη γωνία να καταδικάσει τη βία. Η εξέγερση όμως τους έκοψε τα χασκόγελα.

Η Ελλάδα ζει μια εξέγερση των νέων πρωτοφανής σε έκταση και σε αντοχή. Την Κυριακή και τη Δευτέρα η βία της εξεγερμένης νεολαίας ξέσπασε τυφλά την οργή της στις πανάκριβες και γιορτινά στολισμένες βιτρίνες του κέντρου των Αθηνών, αλλά και τη βιτρίνα μιας σάπιας και παρηκμασμένης κοινωνίας. Αλλά ξέσπασε και στοχευόμενα, ενάντια σε κάθε μπάτσο που πλησίαζε την πορεία έχοντας “αμυντικές” διαθέσεις. Κόντρα σε όσους καταδικάζουν “κάθε μορφή βίας”, η αντι-βία των εξεγερμένων, είτε σωστά στοχευμένη, είτε όχι είναι καταρχήν δίκαιη. Είναι μια μικρή μόνο απάντηση στη βία που δέχονται καθημερινά οι καταπιεσμένοι. Είναι ένα ξέσπασμα απέναντι στον καθημερινό εξευτελισμό που βιώνει κάθε εργαζόμενος, κάθε άνεργος, κάθε αποκλεισμένος, κάθε νέος. Είναι η νόμιμη αυτοάμυνα μας.

Η οργή και η δίκαιη βία τρόμαξαν τους απολογητές του συστήματος. Χρόνια τώρα η μια ειρηνική διαμαρτυρία διαδεχόταν την άλλη, έχοντας κάθε φορά το ίδιο τέλος, να πνίγεται στα χημικά και τα ρόπαλα των ΜΑΤ, είτε επρόκειτο για πορεία των συνταξιούχων, είτε για κινητοποίηση των φοιτητών, των μαθητών, των δασκάλων. Χρόνια και χρόνια τώρα, κάθε αγώνας θεωρούσε νίκη όχι όταν κατόρθωνε να ανακόψει την καθημερινή αντιλαϊκή λαίλαπα, αλλά όταν “έκφρασε τη διαμαρτυρία του”, πάντα κόσμια και ειρηνικά. Το μονοπώλιο της βίας ήταν για τους καταπιεστές που δεν έχουν πρόβλημα με τις ειρηνικές διαμαρτυρίες, αρκεί να τις πνίγουν σε δακρυγόνα και να τις χτυπούν όταν θέλουν. Αλλά και τότε συζητούσαν για το αν θα έπρεπε οι ειρηνικές πορείες να πηγαίνουν από το πεζοδρόμιο ή αν θα πρέπει να απαγορευτούν στο κέντρο για να μην “παρακωλύεται η συγκοινωνία”. Ε, λοιπόν η νεολαία Κυριακή και Δευτέρα μπήκε ορμητικά σε αυτή τη συζήτηση και είπε την άποψή της επί του θέματος. Γι αυτό και κάθε φορά που ένας πιτσιρικάς έσπαγε τη βιτρίνα μιας τράπεζας, οι υπόλοιποι φώναζαν “γκολ”! Αλλά από την επόμενη κιόλας ο στόχος δεν ήταν οι βιτρίνες αλλά τα αστυνομικά τμήματα και τα κυβερνητικά κτίρια, δείχνοντας πως η βία δεν είναι “τυφλή” αλλά εντελώς στοχευμένη.

Οι πιο πρωτοπόροι αγωνιστές δεν προσφέρουν τίποτε στον ανθρώπινο πολιτισμό καταδικάζοντας τη βία των εξεγερμένων -και μάλιστα δεκαπεντάχρονων- ακόμη κι όταν δεν είναι ξεκάθαρα στοχευμένη. Ο ρόλος της αριστεράς δεν είναι να απολογείται στους δολοφόνους, ούτε στους πλιατσικολόγους της δημόσιας περιουσίας. Ούτε να κοινωνιολογεί για το “φαινόμενο” λες και πρόκειται για μια φυσική καταστροφή που δεν την αφορά. Είναι πρώτα να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν σε μια σύγκρουση που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη, όχι παραδίδοντας εκ του ασφαλούς μαθήματα καθωσπρεπισμού και ευπρέπειας στους χιλιάδες μαθητές και νεολαίους που βρίσκονται στους δρόμους, αλλά διευρύνοντας το μέτωπο, οργανώνοντας τον αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση και τις δυνάμεις καταστολής.

Το ξέσπασμα της βίας τρόμαξε. Περισσότερο όμως τρόμαξε τα αστικά επιτελεία, η αδιάλλακτη αμφισβήτηση που κρύβεται πίσω από τη βία. Ακριβώς δηλαδή η δυνατότητα να γίνει συνειδητή. Δεν ήταν το δέντρο που κάηκε, αλλά το γεγονός ότι το δέντρο βρίσκονταν στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από τη βουλή. Το γεγονός ότι οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούσαν να το αποτρέψουν. Για μια βδομάδα η εξέγερση αμφισβητεί την κυριαρχία του Καραμανλή και των πραιτόρων του στην Αθήνα. Αλλά και σε κάθε άλλη μικρή και μεγάλη πόλη σε όλη τη χώρα. Η απίστευτη έκταση αυτής της εξέγερσης τρόμαξε το ίδιο όσο και η οργή της.

Η κυβέρνηση παραπαίει

Ο θίασος του Καραμανλή πίστεψε σε μια κόπωση και εύκολη καταστολή μετά από το πρώτο ξέσπασμα. Οι εξαγγελίες όμως για “αμυντική” αστυνομία, δεν εμπόδιζαν τους μπάτσους να ρίχνουν χημικά και σφαίρες την ώρα της κηδείας και να προκαλούν με την παρουσία τους έξω από το νεκροταφείο. Θέλει μεγάλο θράσος και τυφλότητα πια να μιλάει κανείς για “κουκουλοφόρους” και “τυφλή βία” όταν την επόμενη οι μαθητές πολιορκούν τα αστυνομικά τμήματα σε όλη την χώρα.

Ο Καραμανλής βρίσκονταν ήδη σε πολύ δύσκολη θέση και η εξέγερση τον έφερε με την πλάτη στον τοίχο δείχνοντας όλη την ανεπάρκεια του. Μια παρέα που σέρνει τη χώρα από το ένα σκάνδαλο στο άλλο, που απέδειξε πως η “νέα διακυβέρνηση” ήταν ένας τρόπος εύκολου πλουτισμού μιας κλίκας των δικών μας, την έκανε αποκρουστική ακόμη και σε τμήματα των οπαδών της. Αντιμετώπισε την οικονομική κρίση κάνοντας δώρα στους τραπεζίτες. Τώρα έβαψε τα χέρια της με αίμα. Αυτός ο θίασος ήρθε η ώρα να πάρει δρόμο. Δεν υπάρχει κανένας δρόμος συμβιβασμού με ετούτους.

Ο Παπανδρέου στην πρώτη δήλωσή του καταδίκασε το λυπηρό περιστατικό αλλά και τις αντιδράσεις του κόσμου. Έπρεπε να περάσουν δυο μέρες για να ψελλίσει πως η κυβέρνηση μάλλον θα έπρεπε να φύγει. Αλλά περισσότερο σαν διαπίστωση ενός δημοσιογράφου, και όχι σαν πολιτικό πρόταγμα του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης. Αυτή η στάση τέτοιες στιγμές λειτουργεί σαν στήριγμα μιας κυβέρνησης που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ εξαφανίστηκε και έχει πολύ καλούς λόγους γι αυτό. Τρέμει στο ενδεχόμενο να διαχειριστεί μια χώρα σε βαθιά κρίση και τον κόσμο εξαγριωμένο στους δρόμους.

Με την κυβέρνηση χαμένη, χρέη κυβερνητικού εκπρόσωπου ανέλαβε ο Καρατζαφέρης. Η αντίδραση προσπάθησε να αντιμετωπίσει την εξέγερση συσπειρώνοντας όλο το ανθρώπινο κατακάθι. Η συνταγή δοκιμασμένη. Η TV ντοπάρει στο μοτίβο των φτωχών μαγαζάτορων που χτυπιούνται από τη βία. Το φασισταριό σε ρόλο οργανωτή προσπαθεί να μαζέψει τους μπράβους της νύχτας και τους τραμπούκους Καλαμπόκες και να τους κάνει δύναμη κρούσης. Από πίσω ξανά τα κανάλια για να παρουσιάσουν το κατακάθι σαν “αγανακτισμένους πολίτες”. Η πρόβα έγινε στην Πάτρα, που το τσούρμο της αντίδρασης μαζεύτηκε όχι για να προστατέψει δήθεν τα μαγαζιά, αλλά το αστυνομικό μέγαρο της πόλης,. Ακολούθησε η Κομοτηνή, αλλά η προσπάθεια να συσπειρωθεί η αντίδραση σε άλλες πόλεις δεν είχε καμιά επιτυχία. Οι κατεστραμμένοι μικροαστοί ξέρουν -και το ξέρουν καλά- ότι δεν είναι η εξέγερση που τους κλείνει τα μαγαζιά, αλλά ο Αλογοσκούφης και η παρέα του. Γι αυτό και το φασισταριό που παρίστανε τους αγανακτισμένους δεν μπορεί -προς το παρόν τουλάχιστον- να συγκροτηθεί μαζικά και οι ομάδες των τραμπούκων κρυβόταν πάντα πίσω από τα ΜΑΤ. Και όσο η αντίδραση προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι, ένα μαύρο μέτωπο συγκροτείται για να την νομιμοποιήσει και να την καλύψει πολιτικά. Εδώ εντάσσεται η φιλολογία για την κουκουλοφορία των ημερών.

Στις υπηρεσίες αυτού του μαύρου μπλοκ έτρεξε να προστεθεί και το ΚΚΕ. Κάνοντας αυτό που ξέρει να κάνει πάντα, έτρεξε να στηρίξει την αστική νομιμότητα όταν νιώθει ότι αυτή απειλείται από τους “από κάτω”. Η Παπαρήγα δεν έχασε στιγμή μόλις πήρε τις εντολές από τον Καραμανλή μετά τη συνάντησή τους στο Μαξίμου.

Το αποκρουστικό της υπόθεσης είναι πως εδώ δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη απεργία ή έναν ξεκομμένο αγώνα, αλλά για μια εξέγερση, την κορυφαία στιγμή της κοινωνικής σύγκρουσης, τουλάχιστον όσον αφορά την έντασή της στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση και η χυδαία του στάση το ξεγυμνώνει στα μάτια όσων από τους οπαδούς του μπορούν να σκέφτονται στοιχειωδώς λογικά. Το γελοίο είναι πως δεν έχει πια τη δύναμη να παίξει με αποτελεσματικό τρόπο το ρόλο του εσωτερικού αστυφύλακα στο κίνημα -αν και το δοκίμασε σε σχολεία και πανεπιστήμια- με αποτέλεσμα η μόνη πραγματική βοήθεια που μπορεί να δώσει στον Καραμανλή είναι μια στήριξη στα λόγια, ίσα για να φιγουράρει με περηφάνια η Παπαρήγα και οι δηλώσεις της στα πρωτοσέλιδα των κιτρινοφυλλάδων της δεξιάς.

Η υπόλοιπη αριστερά από την άλλη πλευρά φάνηκε το ίδιο απροετοίμαστη μπροστά στην εξέγερση, αδυνατώντας και αυτή να συνειδητοποιήσει το βάθος της, την έκτασή της και τη διάρκειά της. Λειτούργησε και αυτή με αντανακλαστικό τρόπο όπως άλλωστε και ο αντίπαλος. Από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και την εξωκοινοβουλευτική αριστερά στάθηκε δίπλα στην εξέγερση χωρίς ευτυχώς αυτή τη φορά να μετανοεί μπροστά στην ελεεινή προπαγάνδα της αστικής αντίδρασης, μιλώντας για κουκουλοφόρους και προβοκάτορες .

Το σύνθημα που φώναζε το μπλοκ της Νεολαίας του ΣΥΝ στην πορεία της γενικής απεργίας: “Όταν η νεολαία δολοφονείται, η αριστερά δεν απολογείται” και η φράση “όταν η αστυνομία δολοφονεί… ο πόλεμος αρχίζει” σε προκήρυξη της ήταν αρκετή για να θέσει το ΣΥΡΙΖΑ στο στόχο της αντίδρασης. Η σφοδρή και συγκροτημένη επίθεση που δέχτηκε από τις πρώτες κιόλας μέρες τον ανάγκασε να απαντά στους επικριτές του και όχι στο κίνημα, με αποτέλεσμα τελικά να κάνει αυτό που δεν ήθελε: να απολογείται. Ακόμα κι αν γι’ αυτό χρειάστηκε η συνδρομή του Λεωνίδα Κύρκου.

Από δω και πέρα

Όμως αυτή τη στιγμή το ζήτημα δεν είναι ούτε να αναζητήσουμε τις ευθύνες ή της ανεπάρκειες της υπάρχουσας αριστεράς, ούτε να περάσουμε πριν την ώρα τους στους απολογισμούς αυτής της εκρηκτικής εβδομάδας. Αναμφισβήτητα μετά από αυτές της μέρες τίποτα δεν είναι όπως πριν και για κανέναν.

Στην εξέγερση αναδείχθηκε ένα νέο υποκείμενο, μια γενιά που δεν έχει βιώσει την ήττα, αλλά δεν έχει και τίποτα να χάσει, όχι μόνο γιατί δεν κατέχει, αλλά γιατί δεν έχει να ελπίζει τίποτα από τον καπιταλιστικό “παράδεισο”. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους λούστηκαν από κρύο ιδρώτα βλέποντας να εξελίσσεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους μια εξέγερση, που να ξεπερνάει τα όρια μιας περιορισμένης χρονικά, γεωγραφικά και σε μαζικότητα, έκρηξης. Συνειδητοποιούν ότι αυτό εδώ είναι ένα γεγονός με τεράστιο κοινωνικό βάθος και το χειρότερο (γι’ αυτούς) απ’ όλα ότι όχι μόνο δεν έχει τελειώσει αλλά μπορεί και να είναι και η αρχή μιας νέας περιόδου σκληρών και βίαιων κοινωνικών αγώνων. Ακριβώς εκεί θα πρέπει να προσανατολιστεί το ενδιαφέρον όλου του κινήματος.

Υπάρχουν δυνάμεις στο κίνημα που απεχθάνονται τα σχέδια και τους στόχους, ρίχνοντας όλο το βάρος στο τι θα γίνει τώρα. Έχουν απόλυτο δίκιο όταν πρόκειται για στόχους που αφορούν τη μεταθάνατο ζωή ή για σχέδια που επιδιώκουν μια επιστροφή στην ομαλότητα και στην καθώς πρέπει ταξική πάλη. Ή που στο όνομα ενός μακρινού στόχου υποτιμούν τα καθήκοντα της στιγμής. Όμως αν εκτιμά κανείς ότι μπαίνουμε σε μια νέα κινηματική περίοδο, και σε μια οριακή ταξική αναμέτρηση τότε χρειάζεται ένας εντελώς νέος σχεδιασμός, που να δίνει προοπτική σε ευρύτερα τμήματα καταπιεσμένων, με κατεύθυνση την ανατροπή της σάπιας καπιταλιστικής κοινωνίας μέσα από μια αποφασιστική αναμέτρηση με το αστικό κράτος. Όσοι μιλάνε για εξέγερση θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν τι ακριβώς εννοούν. Αν πράγματι το εννοούν τότε δεν έχουν παρά να προετοιμαστούν για ότι αναλογεί σε μια τέτοια περίοδο. Εκτός κι αν πιστεύουν ότι αρκεί μια αυθόρμητη και βίαιη εξέγερση για να το βάλουν στα πόδια οι καπιταλιστές και ολόκληρος ο αστικός κρατικός μηχανισμός. Αν δεν είναι ούτε αυτό, τότε όλος αυτός ο εκστασιασμός των “δεκεμβριανών της νεολαίας” δεν είναι τίποτα άλλο για ορισμένους παρά ένα είδος προοδευτικής αστικής δημοσιογραφίας.

Ο ρόλος της αριστεράς και κάθε συνειδητής αντικαπιταλιστικής δύναμης δεν είναι να κοινωνιολογίζει για τις βαθύτερες αιτίες των κοινωνικών συμπεριφορών αλλά να πάρει θέση στο οδόφραγμα, αν πραγματικά πιστεύει ότι πρόκειται περί αυτού.

Κλιμάκωση της σύγκρουσης

Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται σχέδιο κλιμάκωσης της σύγκρουσης. Είναι αυτό που τρέμουν όλοι οι αστοί αναλυτές ανά την Ευρώπη. Η πιθανότητα η αυθόρμητη εξέγερση να εξελιχθεί σε μια οργανωμένη και συνειδητή αντιπαράθεση με την κυβέρνηση και το κράτος. Αυτό σημαίνει όχι ανέξοδη “επαναστατική” προπαγάνδα για κάθε είδους ζήτημα, αλλά άμεσες προτάσεις δράσης για την επόμενη μέρα, για τις επόμενες ώρες. Μια σειρά από ζητήματα που φαίνονται ίσως πρακτικίστικα, είναι εξαιρετικά επείγοντα και ουσιωδώς πολιτικά για να βοηθήσουν το κίνημα και να ξεδιπλωθεί και να βρει το δρόμο του.

Αυτή τη στιγμή ο δρόμος της σύγκρουσης περνά μέσα από τον να εξαναγκάσουμε σε παραίτηση το θίασο του Καραμανλή. Αυτή τη στιγμή το σύνθημα “κάτω η κυβέρνηση των δολοφόνων” βρίσκεται σχεδόν σε όλές τις ανακοινώσεις. Ωστόσο μοιάζει σαν να είναι ένα προπαγανδιστικό αίτημα, μέσα σε μερικά ακόμα. Στην πραγματικότητα δεν είναι το κεντρικό ζήτημα. Στις διαδηλώσεις συνεχίζουν να κυριαρχούν τα συνθήματα οργής παρά τα συνθήματα που να δίνουν μια προοπτική, θέτοντας τον επόμενο στόχο. Ένας αγώνας δεν μπορεί να συνεχιστεί, ούτε περισσότερο να γενικευτεί πάνω μόνο στο σύνθημα μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι, ούτε στο “μπάτσοι μ… σκοτώνεται παιδιά”. Ούτε μόνο σε συνθήματα “για να πάει ο Κούγιας από εξοστρακισμό. Φυσικά και πρέπει να εκφραστεί όλη η οργή για τους δολοφόνους, αλλά μετά από αυτό υπάρχει κάτι άλλο;

Σε πολλούς αγωνιστές το σύνθημα “να πέσει η κυβέρνηση” προκαλεί μια καχυποψία. “Μα καλά εμείς παίζουμε το κεφάλι μας, σκοτωνόμαστε στους δρόμους για να πέσει ο Καραμανλής και να έλθει ο Παπανδρέου”; Τι προτείνουμε δηλαδή μια κοινοβουλευτική εναλλαγή; Για αυτό να μην λέμε κάτω η ΝΔ, αλλά κάτω το σύστημα ή το κράτος.

Αν κανείς προσπαθεί να τοποθετηθεί ανάμεσα στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, τότε έχει απόλυτο δίκιο να σκέφτεται έτσι. Όμως το σύνθημα αυτό δεν αφορά την ιδεολογική ή αξιακή τοποθέτηση του καθενός, δεν είναι μια αντιπαράθεση ιδεών σε άσχετο χρόνο, αλλά μια πραγματική μάχη. Δεν έχει να κάνει με μια ακίνδυνη και ανέξοδη θεωρητική στάση, απέναντι στο κράτος, τη ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ, αλλά με τη δυνατότητα να δοθεί ένα ισχυρό χτύπημα στον αντίπαλο. Η ΝΔ σήμερα είναι ο πολιτικός εκπρόσωπος του αστικού κράτους. Δεν είναι απλώς μια μαριονέτα που το αστικό κράτος μπορεί να αλλάζει όποτε του κατέβει στο κεφάλι. Το κράτος της αστικής δημοκρατίας, υπάρχει, όχι απλά σαν ένας απρόσωπος μηχανισμός, αλλά σαν ένας μηχανισμός που διευθύνεται κάθε φορά από ορισμένους πολιτικούς εκπροσώπους στη βάση μιας ορισμένης κοινωνικής συναίνεσης. Όταν αυτό το πολιτικό προσωπικό αλλάζει μέσα από τις θεσμικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, αντικαθιστώντας τον προηγούμενο και σε ένα κλίμα κοινωνικής ειρήνης δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. ‘Όταν όμως αυτό γίνεται κάτω από τη σφοδρή και βίαιη αντίδραση του κινήματος τότε η απότομή και πριν την ώρα της πτώση μιας κυβέρνησης δεν είναι απλά μια κοινοβουλευτική διαδοχή, αλλά το άνοιγμα μιας νέας περιόδου, που το κίνημα και όχι απλά η κάλπη αποφασίζει ποιος θα είναι ή τέλος πάντων ποιος δεν θα είναι στην κυβέρνηση. Το να βρίσκεται το αστικό κράτος ακέφαλο εκεί που δεν το περιμένει και χωρίς μια κυβέρνηση που να μπορεί να κάνει ήρεμη τη δουλεία της ισούται με μια προεπαναστατική περίοδο. Πρέπει επιτέλους να το καταλάβουν όλοι: Είτε θέλεις να ανατρέψεις το κράτος, είτε να ρίξεις μια κυβέρνηση από τα κάτω και τα αριστερά, δεν θα μπορέσεις να αποφύγεις τελικά το καθήκον ότι θα πρέπει να ανατρέψεις την κυβέρνηση. Ή μήπως θα πέσει το κράτος χωρίς να πέσει η κυβέρνηση;

Το ΠΑΣΟΚ υποτίθεται ότι θέλει να φύγει η κυβέρνηση για να αναλάβει αυτό. Η αλήθεια είναι ότι αυτή τη στιγμή αυτό φαίνεται σαν τη μόνη ρεαλιστική λύση, και γι’ αυτό όταν ακούει κανείς για “πτώση της κυβέρνησης” είτε είναι αναρχικός, είτε μια γιαγία στο μυαλό τους έρχεται αυτόματα το ΠΑΣΟΚ σαν διάδοχη λύση. Αυτό δεν έχει να κάνει με προτιμήσεις αλλά με την πραγματικότητα. Σε ποια όμως πραγματικότητα; Σε αυτή που έχουμε τώρα. Ας σκεφτούμε όμως τον Καραμανλή να παραιτείται εν μέσω αυτής της αναταραχής; Θα έπρεπε το κίνημα να ντυθεί στα μαύρα ή να πανηγυρίσει μια τέτοια εξέλιξη; Μήπως τότε θα πρέπει να σταματήσουμε; Ε όχι βέβαια. Ναι αλλά μήπως αυτό εκτονώσει τον αγώνα; Όχι γιατί ένας αγώνας δεν εκτονώνεται επειδή δεν ικανοποιείται ένας στόχος, αλλά γιατί φαίνεται πλέον μάταιος σε αυτούς που τον διεξάγουν. Για παράδειγμα η παραμονή αυτής της κυβέρνησης θα απογοητεύσει πολύ περισσότερο τον κόσμο που βρίσκεται στο δρόμο, οδηγώντας όχι απλά στην εκτόνωση αλλά στην ήττα του κινήματος. Τότε ο Παπανδρέου θα έλθει καβάλα στην ήττα και την απογοήτευση και αφού πρώτα ο Καραμανλής έχει κάνει τη βρώμικη δουλεία για το σύστημα και το κράτος. Αντιθέτως μια πτώση της κυβέρνησης όσο το κίνημα είναι στην επίθεση θα είναι προάγγελος ενός ανάλογου τέλους για την επόμενη κυβέρνηση που θα αναλάβει να διαχειριστεί τις υποθέσεις του κράτους και φυσικά των αφεντικών. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το σύστημα δεν έχει άπειρες εναλλακτικές λύσεις. Γι’ αυτό και τους πιάνει κρύος ιδρώτας όταν βλέπουν ότι τα κουκιά δεν τους βγαίνουν και την ίδια στιγμή ο κόσμος αντιδράει στους δρόμους.

Μια οποιαδήποτε εναλλακτική λύση από τη μεριά του κινήματος, δεν μπορεί να προέλθει χωρίς πρώτα από όλα να καούν τα μπαλαντέρ των υπαρκτών εναλλακτικών επιλογών της αστικής διαχείρισης. Από εκεί και πέρα στο παιχνίδι υπεισέρχονται μια σειρά από αστάθμητους παράγοντες και μη ελεγχόμενες μεταβλητές.

Ένα οποιοδήποτε επαναστατικό σχέδιο δεν μπορεί να τρέξει παρά μόνο σε αντίστροφη σχέση με την αστική πολιτική σταθερότητα. Μπορεί βεβαίως κανείς να πει ότι υπάρχει η λύση μιας μη δημοκρατικής διεξόδου. Καμία αντίρρηση, αλλά αυτό ισχύει για όλους τους αντίπαλους. Το βαθύ αστικό κράτος δεν μπορεί να έχει ούτε αυτό στο τσεπάκι του. Μια οποιαδήποτε εκτροπή από τα θέσφατα του κοινοβουλευτισμού, θα μπορούσε να φέρει εντελώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά της επιβολής του νόμου και της τάξης.

Ο πραγματικός αγώνας για να πέσει η κυβέρνηση είναι ταυτόχρονα πραγματικός αγώνας ενάντια στο καθεστώς και το κράτος. Ακόμα κι αν η κυβέρνηση δεν πέσει ακριβώς στους δρόμους αλλά μέσα από μια αγωνιώδη -εκλογική- προσπάθεια του κράτους να ξαναπατήσει στα πόδια του επιδιώκοντας μια νέα κοινωνική συναίνεση στο πρόσωπο πλέον ενός νέου διαχειριστή (πχ του ΠΑΣΟΚ). Αυτό δεν ακυρώνει το αγώνα, ούτε πρόκειται περί καπηλείας. Σε τελευταία ανάλυση η καπηλεία είναι μια καθημερινή υπόθεση και γίνεται ακόμα ευκολότερη όταν στην αρένα μείνει ο ένας. Μήπως σήμερα δεν καπηλεύεται ο καθένας (από τους δημοσιογράφους μέχρι όχι μόνο το ΠΑΣΟΚ αλλά και διάφορους γελοίους βουλευτές της ΝΔ) την τρέχουσα εξέγερση επιχειρώντας να την εντάξουν στο κατασκεύασμα της “γενιάς των 700 ευρώ”, ή στη “δίκαιη οργή των 15χρονων παιδιών” που όμως όλοι αυτοί οι “ειρηνικοί” σημερινοί διαμαρτυρόμενοι και αύριο ενταγμένοι στο σύστημα δεν έχουν καμία σχέση με τους χαοτικούς, περιθωριακούς που σπάνε και καινε μαγαζιά;

Όλοι θα τρέξουν να εισπράξουν από αυτό το κίνημα οργής. Ακόμα και τα φασιστόμουτρα. Σιγά που θα μας ρωτήσουν κιόλας. Και ταινίες θα γυρίσουν (για το μίσος) και φράγκα θα βγάλουν.

Διεύρυνση του κοινωνικού μετώπου

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Η σημερινή εξέγερση, όσο κι αν μας εκστασιάζει το μέγεθός της και η έντασή της, συνεχίζει να έχει ένα εξαιρετικά αδύναμο σημείο. Παραμένει εγκλωβισμένη στη νεολαία. Η εργατική τάξη περισσότερο κράτησε μια στάση συμπάθειας πάρα ενεργητικής συμμετοχής, παρά μόνο σε μειοψηφικό επίπεδο και κυρίως μέσα από την παρουσία της σε πολιτικά μπλοκ κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων. Ακόμα και αυτές οι διαδηλώσεις παρά τον εκρηκτικό τους χαρακτήρα, δεν είχαν τη μαζικότητα που θα αναλογούσε όχι μόνο στο γεγονός αλλά και στη γενικότερη κατάσταση (βατοπέδια, ομόλογα, ταμεία, κρίση, φτώχεια, ανεργία κλπ.) Με άλλα λόγια μπορεί να λέμε ότι η δολοφονία έγινε η αφορμή να εκφραστεί μια υποβόσκουσα κοινωνική δυσαρέσκεια αλλά αυτό δεν έγινε έτσι ακριβώς αντιληπτό από ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης αλλά και άλλων στρωμάτων που βρίσκονται λίγο πριν τη χρεοκοπία. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευτεί από το κίνημα σαν στάση αποδοχής της κυβέρνησης, του νόμου και της τάξης. Με δεδομένο τώρα ότι μια κλιμάκωση της σύγκρουσης στους δρόμους αυτή τη στιγμή μάλλον εξαντλεί τη δυναμική της, θα πρέπει ο αγώνας να προσανατολιστεί στην συντήρηση της έντασης, μεγαλώνοντας το κοινωνικό εύρος του κινήματος, χωρίς η πρωτοπορία του, ή έστω τα πιο δυναμικά του κομμάτια να χάνουν την αυτοτέλειά τους. Ακόμα και μια αναζωπύρωση των συγκρούσεων, απαιτεί νέες δυνάμεις, αλλά πάνω από όλα ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους. Μια κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει επί μακρόν μόνο συγκρούσεις για την οργή. Το σύνθημα να φύγει τώρα η κυβέρνηση μπορεί να ενώσει όχι μόνο αυτούς που βρίσκονται τώρα στο δρόμο, αλλά και όλους όσους έδωσαν τη μάχη το προηγούμενο διάστημα (δάσκαλοι, φοιτητές, λιμενεργάτες, ολυμπιακή, ασφαλιστικό) χωρίς όμως να καταφέρουν να κάμψουν την αντίσταση της κυβέρνησης και επομένως του κράτους. Το σύνθημα να πέσει η κυβέρνηση, είναι και ο μόνος τρόπος για να ανοίξει ξανά ο φάκελος του ασφαλιστικού, του ν-π στα πανεπιστήμια, των ιδιωτικοποιήσεων κ.ο.κ. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι μπορεί να λειτουργήσει και σαν καταλύτης για ολόκληρη τη νεολαία που μπήκε απότομα στο πολιτικό παιχνίδι χωρίς να είναι καλεσμένη για να τα κάνει γυαλιά καρφιά. Το ζήτημα τώρα είναι να μην φύγει το ίδιο απότομα όπως ήλθε.

Ο καθένας που συμμετέχει στο κίνημα έχει τις ιδεολογικές του αναφορές, αξίες που τον ενώνουν και τον χωρίζουν με άλλους. Αυτό όμως δεν μπορεί να μπει εμπόδιο για κοινές στοχεύσεις ακόμα κι αν υπάρχουν διαφορετικές επιδιώξεις. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να θέλει να πέσει η κυβέρνηση για να πάρει μερικά υπουργεία σε μια επόμενη κυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ. Μπορεί ορισμένοι αντιεξουσιαστές να θέλουν να πέσει η κυβέρνηση για να χτυπηθεί το κράτος, ενώ άλλοι αναρχικοί ενώ παλεύουν ενάντια στο κράτος δεν μιλάνε για την κυβέρνηση μήπως και ταυτιστούν με το ΠΑΣΟΚ ή έστω με μια κοινοβουλευτική λύση. Στην πραγματικότητα δεν έχει καμία σημασία τι έχει κανείς στο πίσω μέρος του μυαλού του. Σημασία έχει να ανοίξουμε το δρόμο. Αν ο ρεφορμισμός θέλει να μείνει στη μέση του δρόμου ας μείνει. Αν υπάρχουν δυνάμεις που επιθυμούν και θέλουν να φτάσουν μέχρι το τέλος, όχι στη φαντασία τους, αλλά στην πράξη, όχι για να σώσουν την ψυχή τους αλλά για να τσακίσουν τα κόκαλα στους καπιταλιστές και το πολιτικό τους εποικοδόμημα ας συνεχίσουν μέχρι τέλος.

Ότι και έχει κανείς στο μυαλό του, ας το πει στα ίσα. Αυτό αρκεί για να τον διαχωρίσει με όλους τους υπόλοιπους. Όμως αν δεν δείξει και το δρόμο είναι απλά γελοίος. Η επανάσταση ή θα είναι πραγματικότητα ή θα είναι μια φαντασίωση. Στο φαντασιακό κενό μπορεί κάνει να λεει ότι θέλει. Εκεί όμως που όλα κρίνονται είναι στην πραγματικότητα, απέναντι στον αντίπαλο και τους μηχανισμούς του. Όσο το κίνημα δεν ξεκαθαρίζει τον αντίπαλό του, όσο τον ψάχνει στο Ζόναρς και στο life style του αστικού καταναλωτισμού θα τελειώσει αφού πρώτα γελοιοποιηθεί και συκοφαντηθεί από τους κάθε είδους ψυχαναλυτές της αστικής αντίδρασης. Αντίθετα αν σταθεί πολιτικά στα πόδια του, δείξει επιτέλους με ξεκάθαρο τρόπο, έναν πραγματικό αντίπαλο με χέρια, πόδια και κεφάλια, τότε ο δρόμος θα είναι αντίστοιχος των προσδοκιών αυτής της μεγάλης βδομάδας.

Μπροστά στην καμπή

Ο αγώνας τώρα βρίσκεται σε μια καμπή. Το αν θα συνεχιστεί με την ίδια ένταση για ακόμα μια βδομάδα δεν είναι καθόλου σίγουρο. Πολλά θα εξαρτηθούν από αστάθμητους παράγοντες και πιθανά λάθη του αντιπάλου. Το γεγονός ότι τις τελευταίες μέρες παίζεται ένα παιχνίδι κέντρου από όλες τις πλευρές, περισσότερο μοιάζει με μια ανανγνωριστική ανίχνευση των στρατοπέδων παρά για τη λήξη της αναμέτρησης. Ίσως η πανελλαδική της Πέμπτης 18/12 μας δώσει κάτι καινούργιο, ίσως όχι. Σε αυτή τη φάση τα σχέδια για μια επανεμφάνιση στις 9/1 την επέτειο της δολοφονία του Τεμπονέρα και άλλα συναφή δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Βρισκόμαστε σε μια φάση που δεν έχει κανείς τη δυνατότητα να σχεδιάζει και μάλιστα με το ρουτινιάρικο τρόπο που το έκανε τις προηγούμενες ένα δύο δεκαετίες. Ας το καταλάβουν επιτέλους όλοι: Η εποχή της μονόλεπτης “συγκροτημένης” σύγκρουσης μπροστά στα λουλουδάδικα έχει λάβει οριστικό τέλος. Καθένας που θα επαναληφθεί σε αυτό το επίπεδο θα προκαλεί από δω και στο εξής μόνο τα γέλια. Επίσης τέλος έχουν λάβει οι συμβολικές επιθέσεις θεαματικού χαρακτήρα. Όλα αυτά είναι καλά για να ξυπνήσουν συνειδήσεις, για να ανάψουν τα αίματα. Όταν όμως ξεκινάει η πραγματική αναμέτρηση, τότε κάθε τι θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυτή τη νέα φάση. Όντως είναι δύσκολο για πολλούς να αλλάξουν συνήθειες, να υπερβούν το εαυτό τους και πάνω απ’ όλα τα κλισέ που μέχρι τώρα τους έδιναν έναν λόγο ύπαρξης και ένα μοναδικό ρόλο στην αρένα.

Η κινητοποίηση δίπλα στις δυνάμεις καταστολής του φασισταριού, από κοινού με εμπόρους ναρκωτικών, προαγωγούς, και άλλες ομάδες του υποκόσμου με την συνδρομή ή έστω την συναίνεση του κομματικού δεξιού παρακράτους, σε Πάτρα, Κομοτηνή, Λάρισα και Χαλάνδρι απαιτεί από το κίνημα μέτρα αυτοάμυνας. Όσο κι αν η λέξη περιφρούρηση φέρνει στο νου τη σταλινική αστυνομία, θα πρέπει να μην συγχέονται οι δυο αυτές περιπτώσεις. Για το ΚΚΕ περιφρούρηση σημαίνει καμία σύγκρουση, πορείες μακριά από τον στόχο, περιφρουρήσεις αστυνομικών τμημάτων. Καμία σχέση με αυτά. Το κίνημα πρέπει να περιφρουρηθεί από τις συμμορίες που θα ριχτούν εναντίον του.

Η επανάσταση είναι το πανηγύρι των καταπιεσμένων όχι με την έννοια που το αντιλαμβάνονται ορισμένοι χάχες. Ας μην παίρνουμε τις μετρητοίς λέξεις που έχουν γραφτεί για άλλο σκοπό. Κάθε κινητοποίηση των καταπιεσμένων θα συντριφτεί από την αστική αντίδραση και τις δυνάμεις του κράτους και του παρακράτους αν και εφόσον μπει σε μια ανοιχτή αναμέτρηση μαζί τους, στο βαθμό που υποτιμήσει τα πρακτικά καθήκοντα που αναλογούν στο επίπεδο της αντιπαράθεσης. Η υπευθυνότητα μάλιστα που αντιμετωπίζει κάθε κίνημα αυτά τα ζητήματα, είναι και απόδειξη του πραγματικού βάθους που έχει.

Στο βαθμό που το κίνημα βάλει πολιτικούς στόχους και οργανωθεί κατάλληλα, τότε μπορεί να κλιμακωθεί αποφασιστικά ο αγώνας. Μαζί με αυτά όμως χρειάζονται και τα κατάλληλα όργανα, που ήδη λειτουργούν τόσο στο κέντρο όσο και περιφερειακά. Θα πρέπει όμως να δημιουργηθεί ένα πανελλαδικό συντονιστικό δράσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χάνει την αξία του ότι υπάρχει σήμερα. Κέντρα αγώνα που εκτός από οργή θα εκφράζουν και την αποφασιστικότητα του. Μια αποφασιστικότητα που θα δώσει τη δυνατότητα και σε άλλα κομμάτια της κοινωνίας να κατέβουν στους δρόμους. Που μέχρι στιγμής αν και είναι εξίσου οργισμένα στηρίζουν την εξέγερση μόνο παθητικά. Γιατί αν για τη νεολαία είναι αρκετή η οργή για να τη βγάλει στο δρόμο, οι μεγαλύτερες γενιές χρειάζονται και μια ρεαλιστική προοπτική νίκης και ένα κίνημα που θα δείχνει την αποφασιστικότητα να νικήσει.

Σε ετούτη τη λογική η αριστερά που δεν αρκείται να κοινωνιολογεί θα πρέπει να στήσει ένα δίκτυο τέτοιο που θα της επιτρέψει να παλέψει μέσα στο ζωντανό κίνημα στην κατεύθυνση μιας επαναστατικής προοπτικής.

Η εξέγερση είναι μπροστά μας. Το μέλλον μας περιμένει να το διαμορφώσουμε.

Να τιμωρηθούν οι δολοφόνοι του 16χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου

Να απελευθερωθούν τώρα όλοι οι συλληφθέντες

Να διαλυθούν όλες οι δυνάμεις καταστολής των κοινωνικών αγώνων

Καμία υποχώρηση μέχρι να φύγει η κυβέρνηση των δολοφόνων

Καμία ανοχή, καμία υποστήριξη σε οποιοδήποτε διάδοχό της

 

Αθήνα 16/12/2008

Ηλεκτρονικό δελτίο Avantgarde, Κολεκτίβα Κόκκινη Ορχήστρα

 

Διαβάστε επίσης:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s